la randonnée
Pronunciation
/ʀɑ̃dɔne/

Ορισμός και σημασία του "randonnée"στα γαλλικά

01

πεζοπορία, περίπατος

activité de marcher longtemps, souvent en nature
la randonnée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
randonnées
Παραδείγματα
La randonnée peut durer plusieurs heures.
Ο πεζοπορικός τουρισμός μπορεί να διαρκέσει αρκετές ώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store