Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ralentissement
01
επιβράδυνση, αναστολή
action de devenir plus lent ou de réduire la vitesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le conducteur a provoqué un ralentissement en raison de la pluie.
Ο οδηγός προκάλεσε επιβράδυνση λόγω της βροχής.
02
επιβράδυνση, υποχώρηση
réduction de la vitesse ou de l'intensité d'un phénomène, souvent économique ou social
Παραδείγματα
Le ralentissement du marché immobilier est notable.
Η επιβράδυνση της αγοράς ακινήτων είναι αξιοσημείωτη.
03
επιβράδυνση, αναστολή
action de devenir plus lent ou de réduire la vitesse
Παραδείγματα
Le ralentissement du rythme cardiaque a été contrôlé par le médecin.
Η επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού ελέγχθηκε από τον γιατρό.



























