Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ralentissement
01
επιβράδυνση, αναστολή
action de devenir plus lent ou de réduire la vitesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le ralentissement de la voiture a été brusque.
Η επιβράδυνση του αυτοκινήτου ήταν απότομη.
02
επιβράδυνση, υποχώρηση
réduction de la vitesse ou de l'intensité d'un phénomène, souvent économique ou social
Παραδείγματα
L'économie connaît un ralentissement cette année.
Η οικονομία βιώνει μια επιβράδυνση φέτος.
03
επιβράδυνση, αναστολή
action de devenir plus lent ou de réduire la vitesse
Παραδείγματα
Le ralentissement du trafic a causé des embouteillages.
Η επιβράδυνση της κυκλοφορίας προκάλεσε κυκλοφοριακή συμφόρηση.



























