Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
radical
01
ριζοσπαστικός, θεμελιώδης
qui concerne l'essentiel ou qui entraîne un changement complet
Παραδείγματα
Ce plan vise une réforme radicale de l' éducation.
Αυτό το σχέδιο στοχεύει σε μια ριζική μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης.
02
ριζοσπαστικός, ακραίος
qui adopte des idées ou des actions très extrêmes, sans compromis
Παραδείγματα
Les discours radicaux inquiètent la population.
Οι ριζοσπαστικοί λόγοι ανησυχούν τον πληθυσμό.



























