racheter
rache
ʁaʃ
rash
ter
te
te
raconter

Ορισμός και σημασία του "racheter"στα γαλλικά

racheter
01

αγοράζω πίσω, ξαναγοράζω

acheter quelque chose de nouveau ou racheter ce qu'on possédait auparavant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rachète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rachetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
racheterai
ενεστώτα μετοχή
rachetant
παθητική μετοχή
racheté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rachetions
Παραδείγματα
Il a racheté la voiture qu'il avait vendue. 

Αγόρασε πίσω το αυτοκίνητο που είχε πουλήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store