Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
racheter
01
αγοράζω πίσω, ξαναγοράζω
acheter quelque chose de nouveau ou racheter ce qu'on possédait auparavant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rachète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rachetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
racheterai
ενεστώτα μετοχή
rachetant
παθητική μετοχή
racheté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rachetions
Παραδείγματα
Il a racheté la voiture qu'il avait vendue.
Αγόρασε πίσω το αυτοκίνητο που είχε πουλήσει.
LanGeek



























