le rachat
ra
ʁa
ra
chat
ʃa
sha
achat

Ορισμός και σημασία του "rachat"στα γαλλικά

01

επαναγορά, επανάκτηση

le fait de racheter un bien ou une action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rachats
Παραδείγματα
Le rachat de l'entreprise a été finalisé hier. 

Η επαναγορά της εταιρείας ολοκληρώθηκε χθες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store