raccourcir
ra
ʁa
ra
ccour
kuʁ
koor
cir
siʁ
sir

Ορισμός και σημασία του "raccourcir"στα γαλλικά

raccourcir
01

συντομεύω, μειώνω

rendre plus court en longueur, en durée ou en taille 
raccourcir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raccourcis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
raccourcissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raccourcirai
ενεστώτα μετοχή
raccourcissant
παθητική μετοχή
raccourci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
raccourcissions
Παραδείγματα
Elle veut raccourcir sa jupe. 

Θέλει να κοντούνει τη φούστα της.

02

συντομεύω, μειώνω

devenir plus court en longueur, en durée ou en taille 
Παραδείγματα
Les jours commencent à raccourcir en hiver. 

Οι μέρες αρχίζουν να μικραίνουν το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store