Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raccourcir
01
συντομεύω, μειώνω
rendre plus court en longueur, en durée ou en taille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raccourcis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
raccourcissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raccourcirai
ενεστώτα μετοχή
raccourcissant
παθητική μετοχή
raccourci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
raccourcissions
Παραδείγματα
Elle veut raccourcir sa jupe.
Θέλει να κοντούνει τη φούστα της.
02
συντομεύω, μειώνω
devenir plus court en longueur, en durée ou en taille
Παραδείγματα
Les jours commencent à raccourcir en hiver.
Οι μέρες αρχίζουν να μικραίνουν το χειμώνα.



























