Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raccourcir
01
συντομεύω, μειώνω
rendre plus court en longueur, en durée ou en taille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raccourcis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
raccourcissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raccourcirai
ενεστώτα μετοχή
raccourcissant
παθητική μετοχή
raccourci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
raccourcissions
Παραδείγματα
Ce chemin raccourcit la distance jusqu' à la plage.
Αυτό το μονοπάτι συντομεύει την απόσταση μέχρι την παραλία.
02
συντομεύω, μειώνω
devenir plus court en longueur, en durée ou en taille
Παραδείγματα
Les discours raccourcissent quand le temps manque.
Οι ομιλίες συντομεύονται όταν λείπει ο χρόνος.



























