qualifié
qua
ka
κα
li
li
λι
fié
fje
φγε
rivalitédulcimerrelâcheracidifié

Ορισμός και σημασία του "qualifié"στα γαλλικά

01

προσόντα, ικανός

qui possède les compétences , les connaissances ou les titres nécessaires pour accomplir une tâche 
qualifié definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus qualifié
συγκριτικός βαθμός
plus qualifié
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
qualifié
αρσενικό πληθυντικό
qualifiés
θηλυκό ενικό
qualifiée
θηλυκό πληθυντικό
qualifiées
θεματικό πεδίο
emploi, compétence, éducation
Παραδείγματα
Il est qualifié pour occuper ce poste. 

Είναι καταρτισμένος για να κατέχει αυτή τη θέση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store