Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pêle-mêle
01
ensemble d'éléments mélangés sans ordre, -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Dans sa tête régnait un pêle-mêle de souvenirs et d' émotions.
pêle-mêle
01
sans distinction ni organisation, -
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Les documents ont été rangés pêle-mêle dans une boîte.



























