Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pêcher
01
ψαρεύω, πιάζω ψάρια
attraper des poissons ou d'autres animaux aquatiques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pêcherai
ενεστώτα μετοχή
pêchant
παθητική μετοχή
pêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pêchions
Παραδείγματα
Il aime pêcher au bord du lac.
Του αρέσει να ψαρεύει στην όχθη της λίμνης.



























