Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pêcher
01
ψαρεύω, πιάζω ψάρια
attraper des poissons ou d'autres animaux aquatiques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pêcherai
ενεστώτα μετοχή
pêchant
παθητική μετοχή
pêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pêchions
Παραδείγματα
Tu sais comment pêcher avec un filet ?
Ξέρεις πώς να ψαρεύεις με δίχτυ;



























