pêcher
Pronunciation
/peʃe/

Ορισμός και σημασία του "pêcher"στα γαλλικά

pêcher
01

ψαρεύω, πιάζω ψάρια

attraper des poissons ou d'autres animaux aquatiques
pêcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pêcherai
ενεστώτα μετοχή
pêchant
παθητική μετοχή
pêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pêchions
Παραδείγματα
Tu sais comment pêcher avec un filet ?
Ξέρεις πώς να ψαρεύεις με δίχτυ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store