cher
pe
pe
cher
ʃe
she
prêcherpêcheurpocherpécher

Ορισμός και σημασία του "pêcher"στα γαλλικά

pêcher
01

ψαρεύω, πιάζω ψάρια

attraper des poissons ou d'autres animaux aquatiques 
pêcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pêcherai
ενεστώτα μετοχή
pêchant
παθητική μετοχή
pêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pêchions
Παραδείγματα
Il aime pêcher au bord du lac. 

Του αρέσει να ψαρεύει στην όχθη της λίμνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store