le pâtissier
Pronunciation
/pɑtisje/

Ορισμός και σημασία του "pâtissier"στα γαλλικά

01

ζαχαροπλάστης, ζαχαροπλάστρια

personne qui prépare et vend des pâtisseries (gâteaux, tartes, desserts)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pâtissiers
Παραδείγματα
Le pâtissier vend des tartes et des éclairs chaque jour.
Ο ζαχαροπλάστης πουλά ταρτ και εκλέρ κάθε μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store