Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pâtissier
01
ζαχαροπλάστης, ζαχαροπλάστρια
personne qui prépare et vend des pâtisseries (gâteaux, tartes, desserts)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pâtissiers
Παραδείγματα
Le pâtissier prépare des gâteaux délicieux.
Ο ζαχαροπλάστης ετοιμάζει νόστιμα κέικ.



























