Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pâte
01
ζύμη, πάστα
mélange malléable utilisé en cuisine ou pâtisserie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle prépare une pâte pour faire des croissants.
Εκείνη προετοιμάζει μια ζύμη για να φτιάξει κρουασάν.
02
ζυμαρικά, ζύμη
produit alimentaire à base de farine et d'eau, souvent séché ou frais
Παραδείγματα
Elle prépare des pâtes fraîches pour le dîner.
Εκείνη ετοιμάζει φρέσκα ζυμαρικά για το δείπνο.
03
πλαστελίνη, μαλακό υλικό για παιχνίδι ή πλάσιμο
matière malléable utilisée pour jouer ou modeler
Παραδείγματα
Les enfants jouent avec de la pâte pour créer des formes.
Τα παιδιά παίζουν με πλαστελίνη για να δημιουργήσουν σχήματα.



























