pâle
pâle
pɑl
paal
châle

Ορισμός και σημασία του "pâle"στα γαλλικά

01

χλωμός, ξεθωριασμένος

qui a peu de couleur, notamment sur le visage, souvent à cause de la maladie, de la fatigue ou de la peur 
pâle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pâle
συγκριτικός βαθμός
plus pâle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pâle
αρσενικό πληθυντικό
pâles
θηλυκό ενικό
pâle
θηλυκό πληθυντικό
pâles
Παραδείγματα
Il est devenu pâle après avoir entendu la mauvaise nouvelle. 

Έγινε χλωμός αφού άκουσε τα κακά νέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store