Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pâle
01
χλωμός, ξεθωριασμένος
qui a peu de couleur, notamment sur le visage, souvent à cause de la maladie, de la fatigue ou de la peur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pâle
συγκριτικός βαθμός
plus pâle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pâle
αρσενικό πληθυντικό
pâles
θηλυκό ενικό
pâle
θηλυκό πληθυντικό
pâles
Παραδείγματα
Elle est restée pâle de peur pendant l' orage.
Παραμένει χλωμή από φόβο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























