Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pèlerinage
[gender: masculine]
01
προσκύνημα, προσκυνηματική περιοδεία
voyage effectué vers un lieu sacré pour des raisons religieuses ou spirituelles
Παραδείγματα
Elle prépare son pèlerinage avec beaucoup de dévotion.
Προετοιμάζει το προσκύνημά της με μεγάλη αφοσίωση.



























