Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pèlerinage
01
προσκύνημα, προσκυνηματική περιοδεία
voyage effectué vers un lieu sacré pour des raisons religieuses ou spirituelles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pèlerinages
Παραδείγματα
Le pèlerinage à La Mecque est obligatoire pour les musulmans qui en ont les moyens.
Το προσκύνημα στη Μέκκα είναι υποχρεωτικό για τους μουσουλμάνους που έχουν τα μέσα.



























