Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prévoir
01
προβλέπω, προφητεύω
dire ou penser à l'avance ce qui va se passer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prévois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prévoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prévoirai
ενεστώτα μετοχή
prévoyant
παθητική μετοχή
prévu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prévoyions
Παραδείγματα
Les météorologues prévoient de la pluie pour demain.
Οι μετεωρολόγοι προβλέπουν βροχή για αύριο.
02
σχεδιάζω
décider ou organiser à l'avance de faire quelque chose
Παραδείγματα
Nous prévoyons de partir en vacances en juillet.
Σχεδιάζουμε να πάμε διακοπές τον Ιούλιο.



























