prévoir
Pronunciation
/pʀevwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "prévoir"στα γαλλικά

prévoir
01

προβλέπω, προφητεύω

dire ou penser à l'avance ce qui va se passer
prévoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prévois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prévoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prévoirai
ενεστώτα μετοχή
prévoyant
παθητική μετοχή
prévu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prévoyions
Παραδείγματα
Il est difficile de prévoir l' avenir avec certitude.
Είναι δύσκολο να προβλέψεις το μέλλον με βεβαιότητα.
02

σχεδιάζω

décider ou organiser à l'avance de faire quelque chose
prévoir definition and meaning
Παραδείγματα
Elle prévoit de s' inscrire à l' université l' année prochaine.
Αυτή σχεδιάζει να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο το επόμενο έτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store