Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prévenant
01
προνοητικός, ευγενικός
qui anticipe les besoins ou les désirs des autres, attentionné et aimable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prévenant
συγκριτικός βαθμός
plus prévenant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prévenant
αρσενικό πληθυντικό
prévenants
θηλυκό ενικό
prévenante
θηλυκό πληθυντικό
prévenantes
Παραδείγματα
Elle est prévenante et s' assure que tout le monde va bien.
Είναι προνοητική και βεβαιώνεται ότι όλοι είναι καλά.



























