Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prévenant
01
προνοητικός, ευγενικός
qui anticipe les besoins ou les désirs des autres, attentionné et aimable
Παραδείγματα
Elle est prévenante et s' assure que tout le monde va bien.
Είναι προνοητική και βεβαιώνεται ότι όλοι είναι καλά.



























