la prétention
prétention
pʁetɑ̃sjɔ̃
pretaasyaw
prévention

Ορισμός και σημασία του "prétention"στα γαλλικά

La prétention
01

αξίωση, απαίτηση

affirmation d'un droit ou d'un statut 
la prétention definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prétentions
Παραδείγματα
Ses prétentions au trône étaient contestées. 

Οι αξιώσεις του για τον θρόνο αμφισβητήθηκαν.

02

αλαζονεία, υπερηφάνεια

attitude de supériorité exagérée 
la prétention definition and meaning
Παραδείγματα
Sa prétention le rend insupportable en société. 

Η αλαζονεία του τον κάνει ανυπόφορο στην κοινωνία.

03

προσδοκίες, απαιτήσεις

exigences ou attentes professionnelles (notamment salariales) 
Παραδείγματα
Dans sa lettre de motivation, elle a indiqué ses prétentions. 

Στην επιστολή κίνητρού της, ανέφερε τις απαιτήσεις της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store