Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prétention
01
αξίωση, απαίτηση
affirmation d'un droit ou d'un statut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prétentions
Παραδείγματα
Ses prétentions au trône étaient contestées.
Οι αξιώσεις του για τον θρόνο αμφισβητήθηκαν.
02
αλαζονεία, υπερηφάνεια
attitude de supériorité exagérée
Παραδείγματα
Sa prétention le rend insupportable en société.
Η αλαζονεία του τον κάνει ανυπόφορο στην κοινωνία.
03
προσδοκίες, απαιτήσεις
exigences ou attentes professionnelles (notamment salariales)
Παραδείγματα
Dans sa lettre de motivation, elle a indiqué ses prétentions.
Στην επιστολή κίνητρού της, ανέφερε τις απαιτήσεις της.



























