Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prétention
[gender: feminine]
01
αξίωση, απαίτηση
affirmation d'un droit ou d'un statut
Παραδείγματα
Une prétention à la vérité absolue.
Μια διεκδίκηση της απόλυτης αλήθειας.
02
αλαζονεία, υπερηφάνεια
attitude de supériorité exagérée
Παραδείγματα
Une prétention démesurée chez ce jeune artiste.
Προσποίηση υπερβολική σε αυτόν τον νέο καλλιτέχνη.
03
προσδοκίες, απαιτήσεις
exigences ou attentes professionnelles (notamment salariales)
Παραδείγματα
Les prétentions du poste sont précisées dans l' offre.
Οι απαιτήσεις της θέσης καθορίζονται στην αγγελία.



























