préférer
préférer
pʁefeʁe
prefere
préparerpréfacerproférerpréfixer

Ορισμός και σημασία του "préférer"στα γαλλικά

préférer
01

προτιμώ, ευνοώ

choisir une chose ou une personne plutôt qu'une autre, aimer mieux 
préférer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préfère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
préférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préférerai
ενεστώτα μετοχή
préférant
παθητική μετοχή
préféré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
préférions
Παραδείγματα
Je préfère le thé au café. 

Προτιμώ το τσάι από τον καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store