Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
préférer
01
προτιμώ, ευνοώ
choisir une chose ou une personne plutôt qu'une autre, aimer mieux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préfère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
préférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préférerai
ενεστώτα μετοχή
préférant
παθητική μετοχή
préféré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
préférions
Παραδείγματα
Est -ce que tu préfères la robe rouge ou la bleue
Προτιμάς το κόκκινο φόρεμα ή το μπλε;



























