Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prolonger
01
παρατείνω, επεκτείνω
rendre quelque chose plus long dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prolonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prolongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prolongerai
ενεστώτα μετοχή
prolongeant
παθητική μετοχή
prolongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prolongions
Παραδείγματα
Le professeur a prolongé le temps de l' examen.
Ο δάσκαλος παράτασε τον χρόνο της εξέτασης.
02
συνεχίζω, παρατείνω
continuer ou étendre une action, une situation ou un effet
Παραδείγματα
Le stage prolonge l' apprentissage acquis en cours.
Η πρακτική άσκηση παρατείνει τη μάθηση που αποκτήθηκε στην τάξη.



























