Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prolonger
01
παρατείνω, επεκτείνω
rendre quelque chose plus long dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prolonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prolongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prolongerai
ενεστώτα μετοχή
prolongeant
παθητική μετοχή
prolongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prolongions
Παραδείγματα
Le médecin a prolongé son traitement de deux semaines.
Ο γιατρός παράτεινε τη θεραπεία του για δύο εβδομάδες.
02
συνεχίζω, παρατείνω
continuer ou étendre une action, une situation ou un effet
Παραδείγματα
Ils ont prolongé le débat pour inclure plus de participants.
Προέκτειναν τη συζήτηση για να συμπεριλάβουν περισσότερους συμμετέχοντες.



























