prolonger
Pronunciation
/pʀɔlɔ̃ʒe/

Ορισμός και σημασία του "prolonger"στα γαλλικά

prolonger
01

παρατείνω, επεκτείνω

rendre quelque chose plus long dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prolonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prolongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prolongerai
ενεστώτα μετοχή
prolongeant
παθητική μετοχή
prolongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prolongions
Παραδείγματα
Le professeur a prolongé le temps de l' examen.
Ο δάσκαλος παράτασε τον χρόνο της εξέτασης.
02

συνεχίζω, παρατείνω

continuer ou étendre une action, une situation ou un effet
Παραδείγματα
Le stage prolonge l' apprentissage acquis en cours.
Η πρακτική άσκηση παρατείνει τη μάθηση που αποκτήθηκε στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store