le prolongement
prolongement
pʁɔlɔ̃ʒmɑ̃
prawlawzhmaa

Ορισμός και σημασία του "prolongement"στα γαλλικά

Le prolongement
01

παράταση, επέκταση

action de prolonger quelque chose dans le temps 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prolongements
Παραδείγματα
Le prolongement du contrat permettra de continuer le projet. 

Η παράταση της σύμβασης θα επιτρέψει τη συνέχιση του έργου.

02

συνέπεια, επίδραση

conséquence ou effet qui découle d'une action ou d'un événement 
Παραδείγματα
Les prolongements d'une affaire ont surpris tout le monde. 

Οι συνέπειες μιας υπόθεσης εξέπληξαν όλους.

03

επέκταση, συνέχιση

ce qui continue ou prolonge quelque chose, une suite ou un ajout 
Παραδείγματα
Le prolongement de la route permet de rejoindre le village voisin. 

Η επέκταση του δρόμου επιτρέπει την πρόσβαση στο γειτονικό χωριό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store