le prolongement
Pronunciation
/pʁɔlɔ̃ʒmˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "prolongement"στα γαλλικά

Le prolongement
01

παράταση, επέκταση

action de prolonger quelque chose dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prolongements
Παραδείγματα
Le prolongement de la période de vacances a surpris tout le monde.
Η παράταση της περιόδου των διακοπών εξέπληξε όλους.
02

συνέπεια, επίδραση

conséquence ou effet qui découle d'une action ou d'un événement
Παραδείγματα
Les prolongements économiques de la crise sont encore visibles aujourd'hui.
Οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης είναι ακόμη ορατές σήμερα.
03

επέκταση, συνέχιση

ce qui continue ou prolonge quelque chose, une suite ou un ajout
Παραδείγματα
Le prolongement du programme inclut des activités supplémentaires.
Η παράταση του προγράμματος περιλαμβάνει πρόσθετες δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store