Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le prologue
[gender: masculine]
01
πρόλογος, εισαγωγή
partie introductive qui présente le contexte, les personnages ou prépare le lecteur/spectateur à l'histoire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prologues
Παραδείγματα
Le prologue pose une atmosphère mystérieuse.
Το προοίμιο δημιουργεί μια μυστηριώδη ατμόσφαιρα.



























