Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le projet
01
έργο, σχέδιο
intention ou programme que l'on prévoit de réaliser dans l'avenir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
projets
Παραδείγματα
J'ai le projet de reprendre mes études.
Έχω το πρόγραμμα να συνεχίσω τις σπουδές μου.
02
έργο, σχέδιο
idée ou plan d'action préparé pour réaliser quelque chose
Παραδείγματα
Le projet sera présenté demain à l'équipe.
Το έργο θα παρουσιαστεί αύριο στην ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
projet
jet



























