Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le projet
01
έργο, σχέδιο
intention ou programme que l'on prévoit de réaliser dans l'avenir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
projets
Παραδείγματα
Ils ont le projet de se marier l' année prochaine.
Έχουν το πρόγραμμα να παντρευτούν του χρόνου.
02
έργο, σχέδιο
idée ou plan d'action préparé pour réaliser quelque chose
Παραδείγματα
Le projet a été annulé faute de financement.
Το έργο ακυρώθηκε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
Λεξικό Δέντρο
projet
jet



























