Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prière
01
προσευχή, παρακάλεση
acte de communication avec une divinité, souvent par des mots ou des pensées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prières
Παραδείγματα
La prière est une pratique quotidienne pour de nombreuses personnes.
Η προσευχή είναι μια καθημερινή πρακτική για πολλούς ανθρώπους.



























