Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prière
01
προσευχή, παρακάλεση
acte de communication avec une divinité, souvent par des mots ou des pensées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prières
Παραδείγματα
Il écrit sa prière dans un carnet chaque soir.
Γράφει την προσευχή του σε ένα σημειωματάριο κάθε βράδυ.



























