la prière
prière
pʁijɛ:ʁ
priyer

Ορισμός και σημασία του "prière"στα γαλλικά

01

προσευχή, παρακάλεση

acte de communication avec une divinité, souvent par des mots ou des pensées 
la prière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prières
Παραδείγματα
La prière est une pratique quotidienne pour de nombreuses personnes. 

Η προσευχή είναι μια καθημερινή πρακτική για πολλούς ανθρώπους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store