privé
Pronunciation
/pʀive/

Ορισμός και σημασία του "privé"στα γαλλικά

01

ιδιωτικός, προσωπικός

où le public n'a pas accès, réservé à une personne ou à un groupe
privé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
privé
αρσενικό πληθυντικό
privés
θηλυκό ενικό
privée
θηλυκό πληθυντικό
privées
Παραδείγματα
Ce parking est privé, réservé au personnel.
Αυτό το πάρκινγκ είναι ιδιωτικό, διατηρημένο για το προσωπικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store