Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pourparler
01
συνομιλίες, διαπραγματεύσεις
discussion ou négociation entre parties pour parvenir à un accord
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pourparlers
Παραδείγματα
Les pourparlers ont duré plusieurs heures sans résultat.
Οι συνομιλίες διήρκησαν αρκετές ώρες χωρίς αποτέλεσμα.



























