le pourparler
pour
pʊʁ
poor
par
paʁ
par
ler
le
le
rediffuserferronnierredémarrerquadrupler

Ορισμός και σημασία του "pourparler"στα γαλλικά

01

συνομιλίες, διαπραγματεύσεις

discussion ou négociation entre parties pour parvenir à un accord 
le pourparler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pourparlers
Παραδείγματα
Les pourparlers ont duré plusieurs heures sans résultat. 

Οι συνομιλίες διήρκησαν αρκετές ώρες χωρίς αποτέλεσμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store