Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La posture
01
στάση, θέση
façon dont une personne tient son corps en marchant, en s'asseyant ou en restant debout
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
postures
Παραδείγματα
Les professeurs surveillent la posture des élèves en classe.
Οι δάσκαλοι παρακολουθούν τη στάση των μαθητών στην τάξη.
Λεξικό Δέντρο
imposture
posture



























