Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La posture
01
στάση, θέση
façon dont une personne tient son corps en marchant, en s'asseyant ou en restant debout
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
postures
Παραδείγματα
Sa posture montre qu'il est confiant.
Η στάση δείχνει ότι είναι σίγουρος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imposture
posture



























