le portrait
Pronunciation
/pɔʀtʀɛ/

Ορισμός και σημασία του "portrait"στα γαλλικά

01

πορτρέτο, προσωπογραφία

représentation d'une personne, souvent du visage, en peinture ou en photo
le portrait definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portraits
Παραδείγματα
Les élèves ont dessiné un portrait de leur professeur.
Οι μαθητές ζωγράφισαν ένα πορτρέτο του δασκάλου τους.
02

πορτρέτο, ακριβής ομοιότητα

ressemblance très fidèle d'une personne ou d'un objet
Παραδείγματα
Son comportement est le portrait de son oncle.
Η συμπεριφορά του είναι το πορτρέτο του θείου του.

Λεξικό Δέντρο

autoportrait
portrait
portray
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store