le portefeuille
porte
pɔʁt
πορτ
feuille
fœj
φœγ

Ορισμός και σημασία του "portefeuille"στα γαλλικά

Le portefeuille
01

πορτοφόλι, βαλάντιο

objet plat et pliable  l'on range billets, cartes bancaires, cartes d'identité, etc. 
le portefeuille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portefeuilles
Παραδείγματα
Il a perdu son portefeuille dans le métro. 

Έχασε το πορτοφόλι του στο μετρό.

02

χαρτοφυλάκιο, χαρτοφυλάκιο επενδύσεων

collection d'actions, d'obligations ou d'autres valeurs mobilières détenues pour investissement 
Παραδείγματα
Il gère un portefeuille d'actions diversifié. 

Διαχειρίζεται ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο μετοχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store