le porcelet
Pronunciation
/pɔʁsəlˈɛ/

Ορισμός και σημασία του "porcelet"στα γαλλικά

Le porcelet
[gender: masculine]
01

γουρουνάκι, χοίρος μικρός

petit du cochon
le porcelet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
porcelets
Παραδείγματα
Elle nourrit le porcelet avec du lait.
Τρέφει το γουρουνάκι με γάλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store