Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pore
01
πόρος, πόρος του δέρματος
petit orifice à la surface de la peau permettant la transpiration et la sécrétion de sébum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pores
Παραδείγματα
Les pores ouverts donnent un aspect irrégulier à la peau.
Τα ανοιχτά πόροι δίνουν μια ακανόνιστη εμφάνιση στο δέρμα.



























