le portail
Pronunciation
/pɔʀtaj/

Ορισμός και σημασία του "portail"στα γαλλικά

Le portail
[gender: masculine]
01

πύλη, πύλες

grande porte, souvent d'entrée d'une propriété, d'un bâtiment ou d'un jardin
le portail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portails
Παραδείγματα
Le portail s' ouvre avec un code spécial.
Η πύλη ανοίγει με έναν ειδικό κωδικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store