Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pont
01
γέφυρα, οδογέφυρα
structure qui permet de traverser un obstacle comme une rivière ou une route
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ponts
Παραδείγματα
Le pont relie les deux villes.
Η γέφυρα συνδέει τις δύο πόλεις.
02
κατάστρωμα, γέφυρα
surface horizontale d'une structure, comme la partie supérieure d'un bateau
Παραδείγματα
Le capitaine se tient sur le pont pour observer l' horizon.
Ο καπετάνιος στέκεται στην κατάστρωμα για να παρατηρήσει τον ορίζοντα.
03
άξονας, άξονας μετάδοσης
axe ou mécanisme qui relie les roues d'un véhicule
Παραδείγματα
Ils ont remplacé le pont par un modèle plus robuste.
Αντικατέστησαν τον άξονα με ένα πιο ανθεκτικό μοντέλο.



























