le pompier
pompier
pɔ̃pje
pawpye
pomperpommier

Ορισμός και σημασία του "pompier"στα γαλλικά

01

πυροσβέστης, πυροσβεστικός

personne qui lutte contre les incendies 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pompiers
αρσενικό ενικό
pompier
θηλυκό ενικό
pompier
neutral form
sapeur-pompier
Παραδείγματα
Le pompier a éteint le feu rapidement. 

Ο πυροσβέστης έσβησε γρήγορα τη φωτιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store