la polémique
Pronunciation
/pɔlemik/

Ορισμός και σημασία του "polémique"στα γαλλικά

01

πολεμική, αντιπαράθεση

discussion ou débat vif souvent avec des opinions opposées
la polémique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
polémiques
Παραδείγματα
La polémique a duré plusieurs semaines.
Η πολεμική διήρκεσε αρκετές εβδομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store