Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polygone
01
πολύγωνο, γεωμετρικό σχήμα
forme fermée avec trois côtés ou plus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
polygones
Παραδείγματα
Chaque polygone a une aire et un périmètre spécifiques.
Κάθε πολύγωνο έχει συγκεκριμένο εμβαδό και περίμετρο.
02
σκοπευτήριο, πολύγωνο σκοποβολής
lieu réservé aux tirs d'armes à feu pour entraînement ou tests
Παραδείγματα
Le polygone dispose de plusieurs cibles pour l' entraînement.
Το σκοπευτήριο διαθέτει πολλούς στόχους για την εκπαίδευση.



























