Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La polyvalence
01
capacité à exercer plusieurs fonctions ou à s'adapter à différentes tâches , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa polyvalence est très appréciée dans l'entreprise.
Λεξικό Δέντρο
polyvalence
polyval



























