Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le podium
01
βήμα, υπερυψωμένη πλατφόρμα
estrade surélevée utilisée pour présenter des personnes, des objets ou pour les défilés de mode
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
podiums
Παραδείγματα
Un podium a été installé au centre de la salle pour les présentations.
Ένα βήμα εγκαταστάθηκε στο κέντρο της αίθουσας για τις παρουσιάσεις.



























