le podium
po
paw
dium
djɔm
dyawm

Ορισμός και σημασία του "podium"στα γαλλικά

01

βήμα, υπερυψωμένη πλατφόρμα

estrade surélevée utilisée pour présenter des personnes, des objets ou pour les défilés de mode 
le podium definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
podiums
Παραδείγματα
Les mannequins marchent sur le podium lors du défilé. 

Τα μοντέλα περπατούν στο βήμα κατά τη διάρκεια της παρέλασης μόδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store