Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La PME
[gender: feminine]
01
ΜΜΕ, μικρή ή μεσαία επιχείρηση
entreprise de petite ou moyenne taille
Παραδείγματα
Nous avons collaboré avec plusieurs PME de la région.
Συνεργαστήκαμε με πολλές ΜΜΕ της περιοχής.



























