le plongeur
plongeur
plɔ̃ʒœʁ
plawzhoer
plonger

Ορισμός και σημασία του "plongeur"στα γαλλικά

01

δύτης, καταδύτης

individu qui explore l'eau en plongeant, avec ou sans équipement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plongeurs
Παραδείγματα
Le plongeur explore les fonds marins. 

Ο δύτης εξερευνά τον βυθό της θάλασσας.

02

πλύνων πιάτων, εργάτης πλυσίματος πιάτων

personne qui lave la vaisselle dans un restaurant 
Παραδείγματα
Le plongeur travaille toute la soirée en cuisine. 

Ο πλύνων πιάτα δουλεύει όλο το βράδυ στην κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store