Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plongeur
01
δύτης, καταδύτης
individu qui explore l'eau en plongeant, avec ou sans équipement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plongeurs
αρσενικό ενικό
plongeur
θηλυκό ενικό
plongeuse
neutral form
plongeur
Παραδείγματα
Le plongeur explore les fonds marins.
Ο δύτης εξερευνά τον βυθό της θάλασσας.
02
πλύνων πιάτων, εργάτης πλυσίματος πιάτων
personne qui lave la vaisselle dans un restaurant
Παραδείγματα
Le plongeur travaille toute la soirée en cuisine.
Ο πλύνων πιάτα δουλεύει όλο το βράδυ στην κουζίνα.



























