la pluie
pluie
plɥi
plüi
plumeplaie

Ορισμός και σημασία του "pluie"στα γαλλικά

01

βροχή, κατακρήμνιση

eau qui tombe du ciel en gouttes 
la pluie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pluies
Παραδείγματα
La pluie tombe doucement ce matin. 

Η βροχή πέφτει απαλά σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store