Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plumage
01
πτέρωμα, φτερά
totalité des plumes d'un oiseau, servant à le protéger et à lui permettre de voler
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le paon a un plumage magnifique et coloré.
Ο παγώνι έχει ένα υπέροχο και πολύχρωμο φτέρωμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
plumage
plum



























