plumage
plu
ply
ply
mage
mɑ:ʒ
maazh
apanagealliagebarrageélevage

Ορισμός και σημασία του "plumage"στα γαλλικά

01

πτέρωμα, φτερά

totalité des plumes d'un oiseau, servant à le protéger et à lui permettre de voler 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le paon a un plumage magnifique et coloré. 

Ο παγώνι έχει ένα υπέροχο και πολύχρωμο φτέρωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store