Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plonger
01
βυθίζομαι, εμβαπτίζομαι
s'immerger complètement dans une activité, une émotion ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plongerai
ενεστώτα μετοχή
plongeant
παθητική μετοχή
plongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plongions
Παραδείγματα
Il plonge dans l' étude des sciences pour réussir ses examens.
Βυθίζεται στη μελέτη των επιστημών για να περάσει τις εξετάσεις του.
02
βυθίζομαι
s'immerger soi-même complètement dans une activité, une émotion ou une situation
Παραδείγματα
Il se plonge dans l' étude de la littérature classique.
Βουτάει στη μελέτη της κλασικής λογοτεχνίας.
03
βουτώ, βυθίζομαι
entrer rapidement dans un liquide, surtout l'eau
Παραδείγματα
Le dauphin plonge sous l' eau pour jouer.
Το δελφίνι βουτά κάτω από το νερό για να παίξει.



























