Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plonger
01
βυθίζομαι, εμβαπτίζομαι
s'immerger complètement dans une activité , une émotion ou une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plonge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plongeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plongerai
ενεστώτα μετοχή
plongeant
παθητική μετοχή
plongé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plongions
Παραδείγματα
Elle plonge dans ses livres chaque soir.
Βουτάει στα βιβλία της κάθε βράδυ.
02
βυθίζομαι
s'immerger soi-même complètement dans une activité , une émotion ou une situation
Παραδείγματα
Elle se plonge dans ses livres chaque soir.
Αυτή βυθίζεται στα βιβλία της κάθε βράδυ.
03
βουτώ, βυθίζομαι
entrer rapidement dans un liquide, surtout l'eau
Παραδείγματα
Il plonge dans la piscine pour nager.
Βουτά στην πισίνα για να κολυμπήσει.



























