Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleuvoir
01
βρέχει, πέφτει νερό από τον ουρανό
tomber de l'eau du ciel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pleut
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pleuvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pleuvrai
ενεστώτα μετοχή
pleuvant
παθητική μετοχή
plu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pleuvions
Παραδείγματα
S' il pleut, nous annulerons le pique-nique.
Αν βρέξει, θα ακυρώσουμε το πικνίκ.
02
βρέχει καταρρακτωδώς, ρίχνεται με δύναμη
tomber abondamment
Παραδείγματα
Les flèches pleuvaient sur les soldats ennemis.
Τα βέλη βροχή έπεφταν στους εχθρικούς στρατιώτες.



























