pleuvoir
Pronunciation
/pløvwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "pleuvoir"στα γαλλικά

pleuvoir
01

βρέχει, πέφτει νερό από τον ουρανό

tomber de l'eau du ciel
pleuvoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pleut
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pleuvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pleuvrai
ενεστώτα μετοχή
pleuvant
παθητική μετοχή
plu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pleuvions
Παραδείγματα
S' il pleut, nous annulerons le pique-nique.
Αν βρέξει, θα ακυρώσουμε το πικνίκ.
02

βρέχει καταρρακτωδώς, ρίχνεται με δύναμη

tomber abondamment
Παραδείγματα
Les flèches pleuvaient sur les soldats ennemis.
Τα βέλη βροχή έπεφταν στους εχθρικούς στρατιώτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store