Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plein-temps
01
πλήρης απασχόληση, πλήρους απασχόλησης
qui correspond à la durée normale et complète d'un travail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
plein-temps
αρσενικό πληθυντικό
plein-temps
θηλυκό ενικό
plein-temps
θηλυκό πληθυντικό
plein-temps
Παραδείγματα
Elle a trouvé un emploi plein-temps dans une école.
Βρήκε μια δουλειά πλήρους απασχόλησης σε ένα σχολείο.
Le plein-temps
01
πλήρης απασχόληση, πλήρης εργασία
emploi avec la durée de travail complète normale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pleins-temps
Παραδείγματα
Elle cherche un plein-temps dans une entreprise internationale.
Αναζητά πλήρη απασχόληση σε μια διεθνή εταιρεία.



























