Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
planter
01
φυτεύω, σπέρνω
mettre une plante en terre pour qu'elle pousse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
planterai
ενεστώτα μετοχή
plantant
παθητική μετοχή
planté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plantions
Παραδείγματα
Je vais planter des fleurs dans le jardin demain.
Αύριο θα φυτέψω λουλούδια στον κήπο.
02
κάνω λάθος, τα κάνω θάλασσα
faire une erreur ou échouer dans une action
Παραδείγματα
Je me suis planté en répondant à la question.
Έκανα λάθος απαντώντας στην ερώτηση.
03
φυτεύω, στερεώνω
installer solidement quelque chose dans le sol
Παραδείγματα
Ils vont planter la tente près de la rivière.
Θα στησουν τη σκηνή κοντά στο ποτάμι.



























