Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plancher
01
δουλεύω σκληρά, εφαρμόζω έντονη προσπάθεια
fournir un effort intense ou travailler avec acharnement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
planche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
planchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plancherai
ενεστώτα μετοχή
planchant
παθητική μετοχή
planché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
planchions
Παραδείγματα
Il a planché toute la semaine sur ce projet.
Δούλεψε σκληρά όλη την εβδομάδα σε αυτό το έργο.
Le plancher
01
πάτωμα, δάπεδο
surface horizontale sur laquelle on marche à l'intérieur d'un bâtiment
Παραδείγματα
Le plancher de la salle est en bois.
Το πάτωμα του δωματίου είναι από ξύλο.
02
πάτωμα, ελάχιστο όριο
niveau minimal, souvent utilisé pour désigner le salaire ou une limite réglementaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
planchers
Παραδείγματα
Le plancher salarial a été augmenté cette année.
Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε φέτος.



























