Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
planifier
01
σχεδιάζω, οργανώνω
organiser à l'avance les étapes ou les détails d'une activité ou d'un projet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
planifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
planifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
planifierai
ενεστώτα μετοχή
planifiant
παθητική μετοχή
planifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
planifiions
Παραδείγματα
L' entreprise planifie un nouvel événement pour ses clients.
Η εταιρεία σχεδιάζει μια νέα εκδήλωση για τους πελάτες της.



























