planifier
pla
pla
pla
nif
nif
nif
ier
je
ye
plastifier

Ορισμός και σημασία του "planifier"στα γαλλικά

planifier
01

σχεδιάζω, οργανώνω

organiser à l'avance les étapes ou les détails d'une activité ou d'un projet 
planifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
planifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
planifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
planifierai
ενεστώτα μετοχή
planifiant
παθητική μετοχή
planifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
planifiions
Παραδείγματα
Nous devons planifier nos vacances dès maintenant. 

Πρέπει να προγραμματίσουμε τις διακοπές μας από τώρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store